Electoral Brinkmanship: Το ρίσκο της τρίτης θητείας και η στρατηγική των «μεθεπόμενων» εκλογών

Electoral Brinkmanship / Το ρίσκο της τρίτης θητείας και η στρατηγική των «μεθεπόμενων» εκλογών

Electoral Brinkmanship: Το ρίσκο της τρίτης θητείας και η στρατηγική των «μεθεπόμενων» εκλογών

Electoral Brinkmanship / Το ρίσκο της τρίτης θητείας και η στρατηγική των «μεθεπόμενων» εκλογών

Ραγδαίες εξελίξεις και έντονο παρασκήνιο διαμορφώνουν το τρέχον πολιτικό σκηνικό, με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις να αναδεικνύουν τις κινήσεις-ματ και τα ρίσκα των αρχηγών. Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται το κυβερνητικό στοίχημα για μια ενδεχόμενη τρίτη θητεία Μητσοτάκη, η αναθεωρημένη στρατηγική Τσίπρα για την ανατροπή των ισορροπιών, αλλά και η επικίνδυνη παγίδα των «μεθεπόμενων» εκλογών. Η μάχη για την επικράτηση περνά μέσα από τους σχεδιασμούς που κάνουν οι κεντρικοί «παίκτες» της πολιτικής σκακιέρας, οι οποίοι ζυγίζουν πλέον κάθε κίνηση με ορίζοντα τις επόμενες κάλπες.

Αν πρόκειται να κάνουμε πολιτική συζήτηση, με βάση τα γκάλοπ, η εικόνα του νέου πολιτικού σκηνικού διαμορφώνεται ως εξής, από τη δημοσκοπική σούμα της εποχής:

Η ΝΔ του Μητσοτάκη κινείται γύρω στο 25%, η ΕΛ.Α.Σ. του Τσίπρα στο 15% και το ΠΑΣΟΚ του Ανδρουλάκη στο 10%, απειλούμενο από την Καρυστιανού

Αν πάρουμε τοις μετρητοίς όσα οι εταιρίες ονομάζουν, «αναγωγή», ή «εκτίμηση ψήφου», ο Μητσοτάκης μετακινείται προς το 30%, ο Τσίπρας δεν περνάει το ποσοστό με το οποίο εγκατέλειψε τον ΣΥΡΙΖΑ και ο Ανδρουλάκης μένει στην επίδοση του 2023.

Τα βασικά συμπεράσματα

Με τις προβλέψεις για τα λοιπά κόμμα που μπορούν να εκπροσωπηθούν στην επόμενη Βουλή, τα βασικά συμπεράσματα είναι τέσσερα:

1. Το κέντρο βάρους του πολιτικού συστήματος εξακολουθεί να γέρνει προς τα δεξιά, όπως εδραιώθηκε το 2023. Όταν η Δημοκρατική Παράταξη, με τον παραδοσιακό ορισμό της, αθροιστικά έχασε την πλειοψηφία της, που πέρασε στην ευρύτερη Δεξιά.

2. Ο Μητσοτάκης δεν απέχει πολύ από την ανανέωση της παραμονής του στην Πρωθυπουργία, ως επικεφαλής κυβέρνησης συνεργασίας, με ενδεχόμενους εταίρους και εκ δεξιών και εξ ευωνύμων του.

3. Ακόμη και αν, για λόγους που θα προκύψουν από τον συσχετισμό δυνάμεων στη Βουλή, ή στη ΝΔ και τη Συντηρητική παράταξη γενικά, τον αποκλείσουν, ο άξονας της νέας κυβέρνησης θα είναι πάλι το κόμμα που κυβερνάει σήμερα. Με επικεφαλής κάποιον, από τις γραμμές του, ή που θα εγκρίνει το ίδιο.

4. Με βάση τα τρία προηγούμενα, η επιδίωξη του Αλέξη Τσίπρα να επιστρέψει, όπως διατείνεται, στην Πρωθυπουργία από τον επικείμενο εκλογικό κύκλο αποκλείεται. Ακόμη και αν ολοκληρωθεί με δυο γύρους.

Ο στόχος του Τσίπρα

Αυτό καθιστά λάθος την επιλογή του να μην επιχειρήσει οποιαδήποτε επαφή με τις όμορες πολιτικές δυνάμεις και κυρίως με το ΠΑΣΟΚ.

Ακόμη και αν στη Χαρ. Τρικούπη υπάρξει ενδιαμέσως, πρόταση για συνεργασία μαζί του απλώς θα καταστήσει ισχυρότερη την αντιπρόταση για συνεργασία με τη ΝΔ.

Ωστόσο, οι παροικούντες, γνωρίζουν ότι η προβολή ενδεχομένης κυβέρνησης της ΕΛ.Α.Σ, έχει… ακαδημαϊκό, ή προπαγανδιστικό, χαρακτήρα. Ο πραγματικός στόχος του Τσίπρα, είναι η δεύτερη θέση, με προοπτική να εμφανιστεί ως εναλλακτική λύση, στις εκλογές του 2031.

Η προϊστορία καθιστά αμφιλεγόμενη αυτή την κατάληξη, καθώς τη μια στις δυο φορές που είχε στο παρελθόν, με καλύτερες προϋποθέσεις, το ρόλο της μείζονος αντιπολίτευσης – μετά το 2012 και το 2019 – απέτυχε. Στην τρίτη εγκατέλειψε.

Το μειονέκτημα για την ΕΛ.Α.Σ, αλλά και για την ευρύτερη Δημοκρατική παράταξη – είναι ότι μόνο ο πρώην Πρωθυπουργός μπορεί να θεωρηθεί πρωθυπουργήσιμος. Με τα σημερινά δεδομένα τουλάχιστον. Χωρίς αυτό η προοπτική εκμηδενίζεται…

Αντίθετα, η ΝΔ τα τελευταία χρόνια απέκτησε χαρακτηριστικά Λερναίας Ύδρας, με περισσότερους από δυο να διεκδικούν το ρολό. Έκτος από τον Νίκο Δένδια και πλέον και τον Κυριάκο Πιερρακάκη και άλλα πρόσωπα του χώρου μπορούν να κερδίσουν την ηγεσία του κόμματος και κατά συνέπεια να επιδιώξουν την πρωθυπουργία.

Σε κάθε περίπτωση, με τα σημερινά δεδομένα, η δεύτερη πρωθυπουργία Τσίπρα, έχει ως την τρίτη θητεία του… Μητσοτάκη.

Εφόσον όμως ο σημερινός Πρωθυπουργός την αποσπάσει όπως επιδιώκει, μάλλον ασμένως θα παρέδιδε τη σκυτάλη σε άλλον για να διεκδικήσει το αξίωμα του το 2031 ή αργότερα. Ως άφθαρτος και με ευκολία θα συσπείρωνε τη Συντηρητική παράταξη.

Ειδικά απέναντι στον Τσίπρα που δε θα παύει να είναι μνημονιακός πρωθυπουργός του παρελθόντος και δεν θα θεωρείται πλέον νέος. Συνεπώς, στο βάθος πριν γίνει ξανά Πρωθυπουργός ο Τσίπρας, μπορεί να υπάρχει μια τέταρτη θητεία της ΝΔ.

Το στρατηγικό λάθος

Μειονέκτημα για τον επικεφαλής της ΕΛ.Α.Σ, είναι ότι συνεχίζει να συγκεντρώνει στις δραστηριότητές του κυρίως μεγάλες ηλικίες και σχεδόν αποκλειστικά προερχομένους κυρίως από τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ. Με αυτό το δεδομένο ο ίδιος έκανε το δεύτερο στρατηγικό λάθος της σταδιοδρομίας του.

Το πρώτο ήταν μετά το 2015. Όταν απέτυχε να εγκατασταθεί στην πολιτική σκηνή ως φυσικός ηγέτης της Δημοκρατικής παράταξης που τον έφτασε στο 36%, επειδή αφ’ ενός το πρόβαλε ως «πρώτη φορά Αριστερά» και αφ’ ετέρου ουδέποτε έκλεισε τον προσωπικό λογαριασμό που άνοιξε με τον Καμμένο.

Μάλλον νωρίτερα από τα εκλογικά αποτελέσματα, που κατέστησαν αναγκαία την ανάρμοστη σχέση τους για τη διαμορφωθεί κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Τώρα το λάθος είναι ότι εστίασε την αλλαγή των εκλογικών συσχετισμών, αποκλειστικά στο πρόσωπό του και όχι στη διάχυση του πολιτικού του κεφαλαίου. Με τρόπο που θα μπορούσε να συσπειρώσει την εκλογική βάση της Δημοκρατικής παράταξης. Ώστε να εμφανιστεί ως φορέας της, η εναλλακτική λύση όχι μόνο στο «σύστημα Μητσοτάκη»- που κυριαρχεί με ταξική πολιτική και όσα συμπεριλαμβάνει και αθέμιτες πρακτικές – αλλά συνολικά απέναντι στη Δεξιά.

Το ΠΑΣΟΚ

Η απουσία του από τα κρίσιμα μέτωπα της πολιτικής στην τετραετία που εκπνέει και η επιλεκτική συνάφεια που έχει διατηρήσει με τις εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ, απομείωσαν το κεφάλαιό του και κυρίως ακυρώνουν την ανομολόγητη επιδίωξη να αφομοιώσει τη βάση του ΠΑΣΟΚ, όπως το 2012-19.

Το κόμμα που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου – ως υποκατάσταση του οποίου επιχειρεί να εμφανιστεί, λόγω του ιστορικού βάρους του έχει περισσότερες πιθανότητες να ανακάμψει, παρά να το απορροφήσει η ΕΛΑΣ

Όσο η ακτινοβολία του Τσίπρα περιορίζεται σε μια μειοψηφική ζώνη του πολιτικού φάσματος, η αναπαραγωγή της συντηρητικής επικυριαρχίας, με τον Μητσοτάκη ή άλλων, θα συνεχίζεται και αυτό τον βαρύνει λόγω των υπεροπτικών χειρισμών του.

Όσο βαρύνει και τον Ανδρουλάκη ότι το 2023 αρνήθηκε να συμπράξει μαζί του, για να κλείσουν τον κύκλο του Νεομητσοτακισμού, με εργαλείο την απλή αναλογική και την αναδρομή στα επιτεύγματα της Δημοκρατικής παράταξης μετά το 1981.

Ακόμη και αν ο Τσίπρας εδραιώσει την ΕΛΑΣ, στοχεύοντας αποκλειστικά στην «ανατροπή» του Μητσοτάκη βρίσκεται αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο να ξέρει τις ερωτήσεις αλλά να του αλλάξουν τις απαντήσεις. Να βρεθεί στη στην κρίσιμη μελλοντική αναμέτρηση του μέλλοντος απέναντι στον άλλον διεκδικητή διακυβέρνησης, χωρίς τις σημερινές επιβαρύνσεις, ικανό να προσθέσει μια ακόμη εκλογική νίκη στο σερί της ΝΔ.

Σ’ αυτή την περίπτωση, το προσωποπαγές κόμμα που διαμορφώνει σήμερα ο Τσίπρας με αυταρέσκεια, θα αποδειχθεί παρένθεση – όσο και η κυριαρχία δια του ΣΥΡΙΖΑ.

Ποια είναι τα ποσοστά των κομμάτων στις δημοσκοπήσεις του 2026;

Σύμφωνα με τη δημοσκοπική εκτίμηση του 2026, η Νέα Δημοκρατία προηγείται με ποσοστό κοντά στο 30%, η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα κινείται στη δεύτερη θέση πέριξ του 15% και το ΠΑΣΟΚ ακολουθεί στην τρίτη θέση με ποσοστό κοντά στο 10%-12%.

Ποιος είναι ο στόχος του Αλέξη Τσίπρα με το κόμμα ΕΛ.Α.Σ.;

Ο πραγματικός στρατηγικός στόχος του Αλέξη Τσίπρα με την ΕΛ.Α.Σ. δεν είναι η άμεση διακυβέρνηση στον τρέχοντα εκλογικό γύρο, αλλά η ισχυροποίηση στη δεύτερη θέση, με σκοπό να προβληθεί ως η μοναδική εναλλακτική λύση απέναντι στη Δεξιά στις εκλογές του 2031.

Δημοσκοπήσεις 2026: Σε τροχιά 3ης θητείας ο Μητσοτάκης (~30% στην αναγωγή), στο 15% η ΕΛ.Α.Σ. του Τσίπρα που ποντάρει στο μακρινό 2031, την ώρα που η ΝΔ ετοιμάζει νέους δελφίνους

Τρίτη θητεία Μητσοτάκη ή επιστροφή Τσίπρα το 2031; Η ακτινογραφία των δημοσκοπήσεων του 2026 δείχνει ότι το πολιτικό κέντρο βάρους παραμένει σταθερά δεξιόστροφο. Την ίδια ώρα, το νέο κόμμα ΕΛ.Α.Σ. εγκλωβίζεται σε μια στρατηγική παγίδα μακράς αναμονής, ενώ το ΠΑΣΟΚ δέχεται πιέσεις.

Το πολιτικό σκηνικό του 2026 επιβεβαιώνει τη συντηρητική κυριαρχία στην Ελλάδα. Η στρατηγική της ΕΛ.Α.Σ. να μεταθέτει τη μάχη για το 2031 κινδυνεύει να ακυρωθεί από την ικανότητα της ΝΔ να ανανεώνει το στελεχιακό της δυναμικό στην κορυφή. Αν η Κεντροαριστερά δεν εγκαταλείψει τις προσωποπαγείς περιχαρακώσεις, η δεξιά επικυριαρχία θα αποκτήσει μόνιμα, δομικά χαρακτηριστικά.