Local Government Code: Νέο πλαίσιο για υπολογισμό και είσπραξη του ενιαίου τέλους καθαριότητας & φωτισμού, προβλέπει ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης

Local Government Code / Νέο πλαίσιο για υπολογισμό και είσπραξη του ενιαίου τέλους καθαριότητας & φωτισμού, προβλέπει ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης

Local Government Code: Νέο πλαίσιο για υπολογισμό και είσπραξη του ενιαίου τέλους καθαριότητας & φωτισμού, προβλέπει ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης

Local Government Code / Νέο πλαίσιο για υπολογισμό και είσπραξη του ενιαίου τέλους καθαριότητας & φωτισμού, προβλέπει ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης - Οι νέες προβλέψεις

Ένα ριζικά νέο πλαίσιο για τον υπολογισμό και την είσπραξη των δημοτικών εσόδων φέρνει στο προσκήνιο ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Στο επίκεντρο των αλλαγών βρίσκεται το ενιαίο τέλος καθαριότητας & φωτισμού, με τις νέες διατάξεις να φιλοδοξούν να εκσυγχρονίσουν τις διαδικασίες, να ενισχύσουν την εισπραξιμότητα των Δήμων και να διορθώσουν χρόνιες στρεβλώσεις. Ποιες είναι οι βασικές ανατροπές που προβλέπει η νέα νομοθεσία, πώς θα επηρεαστούν οι λογαριασμοί των πολιτών και ποια νέα εργαλεία αποκτούν οι τοπικές αρχές για τη διαχείριση των ανταποδοτικών τελών;

Το ανταποδοτικό τέλος καθαριότητας και φωτισμού εξακολουθεί να επιβάλλεται σε όλα τα ακίνητα που βρίσκονται εντός των ορίων κάθε δήμου.

Νέο πλαίσιο για τον υπολογισμό και την είσπραξη του ενιαίου τέλους καθαριότητας και φωτισμού προβλέπει το νομοσχέδιο για τον Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης που κατατέθηκε χθες στη Βουλή, εισάγοντας νέες προβλέψεις για τις κατηγορίες ακινήτων, τους συντελεστές, τις εκπτώσεις και τις υποχρεώσεις των ιδιοκτητών και των επιχειρήσεων.

Το ανταποδοτικό τέλος εξακολουθεί να επιβάλλεται σε όλα τα ακίνητα που βρίσκονται εντός των ορίων κάθε δήμου και τα έσοδά του χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση των υπηρεσιών καθαριότητας, αποκομιδής και διαχείρισης απορριμμάτων, του δημοτικού φωτισμού και άλλων συναφών υπηρεσιών.

Η βασική μέθοδος υπολογισμού παραμένει η επιφάνεια του ακινήτου, καθώς το ποσό προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό των τετραγωνικών μέτρων με τον συντελεστή που καθορίζει κάθε δημοτικό συμβούλιο. Ωστόσο, το νομοσχέδιο περιγράφει με μεγαλύτερη λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο θα καθορίζονται οι συντελεστές και τα κριτήρια που θα λαμβάνονται υπόψη.

Οι δήμοι μπορούν να διαμορφώνουν έως πέντε βασικές κατηγορίες συντελεστών, ανάλογα με τη χρήση του ακινήτου. Προβλέπεται συντελεστής για τις κατοικίες, ειδικός μειωμένος συντελεστής για κατοικίες ευάλωτων δημοτών και κατοίκων, ξεχωριστός συντελεστής για οικονομικές δραστηριότητες που επιβαρύνουν περισσότερο τις υπηρεσίες καθαριότητας και φωτισμού, διαφορετικός για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις και ένας ακόμη για κοινωφελείς, μη κερδοσκοπικούς και φιλανθρωπικούς σκοπούς.

Για τους ευάλωτους πολίτες προβλέπεται ότι ο σχετικός συντελεστής αντιστοιχεί στο 20% του κανονικού συντελεστή κατοικίας, εκτός αν ο δήμος αποφασίσει ακόμη χαμηλότερη επιβάρυνση. Έτσι, εάν ένας δήμος έχει ορίσει τέλος 2 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο για τις κατοικίες, ένας δικαιούχος της συγκεκριμένης κατηγορίας μπορεί να χρεώνεται μόλις 0,40 ευρώ ανά τετραγωνικό.

Η κατάταξη των επιχειρήσεων στους αντίστοιχους συντελεστές θα βασίζεται πλέον στην πραγματική χρήση του ακινήτου, στον Κωδικό Αριθμό Δραστηριότητας (ΚΑΔ), στο αντικείμενο της επιχείρησης και σε στοιχεία που αντλούνται από την ΑΑΔΕ, το ΓΕΜΗ, το πληροφοριακό σύστημα OpenBusiness και άλλα δημόσια μητρώα. Για παράδειγμα, μια δραστηριότητα που παράγει μεγάλες ποσότητες απορριμμάτων μπορεί να ενταχθεί σε διαφορετική κατηγορία από ένα γραφείο παροχής υπηρεσιών, ακόμη και αν οι χώροι έχουν το ίδιο εμβαδόν.

Το νομοσχέδιο προβλέπει επίσης τη δυνατότητα εφαρμογής του συστήματος «πληρώνω όσο πετάω». Εφόσον ένας δήμος διαθέτει σύστημα μέτρησης των παραγόμενων αποβλήτων, το τέλος θα μπορεί να υπολογίζεται όχι μόνο με βάση τα τετραγωνικά αλλά και ανάλογα με την ποσότητα των απορριμμάτων που παράγει ένα νοικοκυριό ή μια επιχείρηση.

Παράλληλα, δίνεται η δυνατότητα να εφαρμόζονται μειωμένοι συντελεστές σε πολύ μεγάλους επαγγελματικούς χώρους. Για παράδειγμα, μια αποθήκη ή βιομηχανική εγκατάσταση άνω των 6.000 τετραγωνικών μέτρων μπορεί να υπαχθεί σε μειωμένη χρέωση, ενώ για τους δημόσιους χώρους στάθμευσης το τέλος μπορεί να υπολογίζεται σε ποσοστό έως 25% της συνολικής επιφάνειάς τους.

Ιδιαίτερη πρόβλεψη υπάρχει και για ακίνητα που δεν χρησιμοποιούνται. Αν ένας στεγασμένος χώρος δεν διαθέτει ηλεκτρική εγκατάσταση ή έχει διακοπεί η ηλεκτροδότησή του και παραμένει εκτός χρήσης, το τέλος καθαριότητας και φωτισμού υπολογίζεται στο ένα δέκατο του ποσού που θα οφειλόταν υπό κανονικές συνθήκες. Έτσι, αν η ετήσια χρέωση ήταν 500 ευρώ, μπορεί να περιοριστεί στα 50 ευρώ.

Αντίστοιχα, εποχικές επιχειρήσεις, όπως ξενοδοχεία ή καταστήματα που λειτουργούν μόνο για λίγους μήνες τον χρόνο, μπορούν να ζητούν μειωμένη επιβάρυνση για το διάστημα που παραμένουν κλειστές, εφόσον υποβάλουν την προβλεπόμενη υπεύθυνη δήλωση και πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου. Ειδικές ρυθμίσεις προβλέπονται και για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις τύπου Airbnb. Το σύνολο των τετραγωνικών του ακινήτου λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του τέλους, όμως ο εφαρμοζόμενος συντελεστής διαφοροποιείται ανάλογα με το αν η εκμετάλλευση γίνεται επαγγελματικά ή ως ευκαιριακή δραστηριότητα ιδιώτη.

Ξεχωριστός τρόπος υπολογισμού προβλέπεται και για τα ξενοδοχεία. Οι χώροι που χρησιμοποιούνται για τη διαμονή των επισκεπτών και οι βοηθητικοί τους χώροι αντιμετωπίζονται ως κατοικίες και χρεώνονται με τον αντίστοιχο συντελεστή, ενώ οι υπόλοιποι χώροι, όπως εστιατόρια, αίθουσες ή καταστήματα, υπάγονται στον συντελεστή που ισχύει για τις οικονομικές δραστηριότητες.

Η είσπραξη του τέλους για τα ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα εξακολουθεί να πραγματοποιείται μέσω των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος. Παράλληλα, οι δήμοι υποχρεούνται να τηρούν αναλυτικά μητρώα ακινήτων και μπορούν να διασταυρώνουν στοιχεία από διάφορες δημόσιες βάσεις δεδομένων, προκειμένου να ελέγχουν την ορθότητα των δηλωμένων επιφανειών και των στοιχείων κάθε ακινήτου.

Για τα ακίνητα που δεν διαθέτουν μετρητή ηλεκτρικής ενέργειας, η βεβαίωση και η είσπραξη του τέλους γίνεται απευθείας από τις οικονομικές υπηρεσίες των δήμων, με δυνατότητα εξόφλησης σε τρεις τετραμηνιαίες δόσεις ή εφάπαξ.

Τέλος, το νομοσχέδιο προβλέπει υποχρέωση των ιδιοκτητών να ενημερώνουν τον δήμο μέσα σε δύο μήνες για κάθε αύξηση ή μείωση της επιφάνειας που υπόκειται στο τέλος. Σε περίπτωση μη υποβολής ή ανακριβούς δήλωσης επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο του οφειλόμενου τέλους που αντιστοιχεί στο συγκεκριμένο ακίνητο, ενισχύοντας τους ελέγχους για τα αδήλωτα ή λανθασμένα δηλωμένα τετραγωνικά.