ΜΠΞ: Η Συμπεριφορά του τέως Δημάρχου Κ. Κουκά στο Νιοχώρι δεν ήταν Πολιτική Αδεξιότητα - Συνιστά Θεσμική Αποξένωση και άρνηση του ρόλου του Θεσμικού Εταίρου στην επίλυση
Μύκονος – Institutional Alienation: Η Συμπεριφορά του τέως Δημάρχου Κουκά στο Νιοχώρι δεν ήταν Πολιτική Αδεξιότητα – Συνιστά Θεσμική Αποξένωση και άρνηση του ρόλου της Υπεύθυνης Αντιπολίτευσης ως Θεσμικού Εταίρου στην Επίλυση
Μύκονος Πρώτη Ξανά: Η συμπεριφορά του τέως Δημάρχου Κωνσταντίνου Κουκά στο Νιοχώρι δεν ήταν απλώς πολιτική αδεξιότητα - συνιστά «θεσμική αποξένωση»: Όταν η αντιπολίτευση αρνείται την ενσυναίσθηση, την αναγνώριση και τον θεσμικό ρόλο του συνυπευθύνου στην επίλυση
Στο πεδίο των κρίσιμων υποδομών, η δημόσια συμπεριφορά των πολιτικών προσώπων δεν αποτελεί απλώς ζήτημα προσωπικού ύφους. Αντικατοπτρίζει το θεσμικό βάθος, τη διοικητική ωριμότητα και την ηθική ευθύνη απέναντι στην κοινωνία που ισχυρίζονται ότι υπηρετούν. Κατά τη διάρκεια των νυχτερινών εργασιών της ΔΕΥΑΜ για την άμεση αποκατάσταση της βλάβης στον καταθλιπτικό αγωγό Φ450 στο Νιοχώρι, η στάση του τέως Δημάρχου Μυκόνου, Κωνσταντίνου Κουκά, προσέφερε ένα σπάνιο και διδακτικό παράδειγμα προς αποφυγή στην ακαδημαϊκή πολιτική επικοινωνία.
Ο Κωνσταντίνος Κουκάς, τέως Δήμαρχος και νυν επικεφαλής της μείζονος αντιπολίτευσης, βρέθηκε στο σημείο της επισκευής. Η παρουσία του, ωστόσο, προκάλεσε αλγεινή εντύπωση στους εργαζόμενους, στα στελέχη του Δήμου, στους περιοίκους και στους επαγγελματίες της περιοχής. Πέρασε από το επιχειρησιακό πεδίο χωρίς να απευθύνει ούτε έναν τυπικό χαιρετισμό προς τους τεχνικούς της ΔΕΥΑΜ που έδιναν μάχη με τον χρόνο κάτω από αντίξοες νυχτερινές συνθήκες, προς τη διοικητική και πολιτική ηγεσία που συντόνιζε την επιχείρηση, ούτε προς τους κατοίκους και επαγγελματίες που επηρεάζονταν άμεσα από τη διακοπή.
Στη θεωρία της πολιτικής επικοινωνίας και της θεσμικής ηγεσίας, η άρνηση στοιχειώδους συναδελφικότητας προς τους εργαζόμενους της πρώτης γραμμής συνιστά ρήξη με το θεσμικό savoir-faire. Υποδηλώνει αποξένωση από την πραγματικότητα του πεδίου και από τους ανθρώπους που την υπηρετούν.
Η πλήρης απουσία οποιασδήποτε μορφής αναγνώρισης εντάσσεται σε αυτό που η βιβλιογραφία ονομάζει «θεσμική αποξένωση» (institutional alienation): ο πολιτικός δρων τοποθετείται εκτός του πεδίου ως εξωτερικός παρατηρητής-καταγραφέας, αντί να λειτουργεί ως μέρος του δημοκρατικού θεσμικού συνεχούς. Ο χαιρετισμός προς τους εργαζόμενους πρώτης γραμμής δεν είναι απλώς ευγένεια, αποτελεί τελετουργική επιβεβαίωση της κοινής θεσμικής ιδιότητας. Η παράλειψή του υπονομεύει τη συμβολική διάσταση της πολιτικής εξουσίας και αποδυναμώνει τη σχέση αντιπροσώπευσης.
Αντί της θεσμικής στήριξης σε μια κατεπείγουσα επιχείρηση κοινής ωφέλειας, η στάση του τέως Δημάρχου περιορίστηκε αποκλειστικά στην αποστασιοποιημένη καταγραφή οπτικοακουστικού υλικού - φωτογραφιών και βίντεο - με το κινητό του τηλέφωνο. Η πολιτική αξιολόγηση της πράξης είναι ξεκάθαρη και πολυεπίπεδη.
Πρώτον, αποκαλύπτει διαχειριστική αντίφαση. Η προσπάθεια επικοινωνιακής εκμετάλλευσης μιας βλάβης, για την οποία η εννεατής διοικητική απραξία και η απουσία προληπτικής συντήρησης της προηγούμενης περιόδου έπαιξαν καθοριστικό ρόλο, συνιστά πολιτική ορθολογική ασυνέπεια. Η κρίση δεν μπορεί να εργαλειοποιείται χωρίς αναγνώριση της αιτιώδους ευθύνης.
Δεύτερον, η αποκλειστική συλλογή υλικού με σκοπό τη διοχέτευσή του σε φιλικά ψηφιακά μέσα αποτελεί κλασικό παράδειγμα «εργαλειοποίησης της κρίσης» (crisis exploitation). Η θεωρία του πλαισίωσης (framing) υποστηρίζει ότι οι πολιτικοί δρώντες επιλέγουν και προβάλουν συγκεκριμένες πτυχές ενός γεγονότος, καθιστώντας τις πιο εμφανείς, προκειμένου να προωθήσουν μια επιθυμητή ερμηνεία. Εδώ η κρίση δεν αντιμετωπίζεται ως κοινό πρόβλημα που απαιτεί συλλογική ανταπόκριση, αλλά ως πρώτη ύλη για την κατασκευή μιας αρνητικής αφήγησης. Η εικόνα του αγωγού και των συνεργείων μετατρέπεται σε επικοινωνιακό όπλο, ενώ η ουσία - η τεχνική αποκατάσταση και η ευθύνη για την πρόληψη - παραμένει στο περιθώριο. Πρόκειται για τυπικό media framing, όπου η οπτική αναπαράσταση υποκαθιστά την πολιτική πρόταση και ο βραχυπρόθεσμος έλεγχος της αφήγησης προηγείται της μακροπρόθεσμης θεσμικής αξιοπιστίας.
Τρίτον, καταδεικνύει έλλειμμα θεσμικής σοβαρότητας. Η κλασική θεωρία της αντιπολίτευσης διακρίνει μεταξύ «καταστροφικής» και «κατασκευαστικής» αντιπολίτευσης. Η πρώτη περιορίζεται στην απόδοση ευθυνών και στην αρνητική προβολή· η δεύτερη συνδυάζει τον έλεγχο με τη διατύπωση εναλλακτικών προτάσεων. Στην περίπτωση του Νιοχωριού, η στάση εντάσσεται πλήρως στο πρώτο μοντέλο. Η απουσία διαλόγου ή πρότασης και η αποκλειστική ενασχόληση με τη συλλογή υλικού συνιστούν μορφή «αρνητικής πολιτικής» (negative politics), όπου η κριτική δεν συνοδεύεται από θεσμική υπευθυνότητα. Σε στιγμές κρίσης υποδομών, η υπεύθυνη αντιπολίτευση οφείλει να λειτουργεί ως θεσμικός εταίρος της επίλυσης και όχι ως εξωτερικός παραγωγός περιεχομένου.
Η συμπεριφορά αυτή εντάσσεται, τέλος, στη θεωρία της διαμεσολάβησης της πολιτικής (mediatization of politics), η οποία περιγράφει τη διαδικασία κατά την οποία η πολιτική λογική υποτάσσεται ολοένα και περισσότερο στη λογική των μέσων. Η παρουσία στο σημείο της βλάβης με μοναδικό σκοπό την παραγωγή εικόνας αποτελεί ακραία εκδήλωση αυτής της λογικής: το γεγονός υπάρχει πολιτικά μόνο στον βαθμό που μπορεί να μετατραπεί σε ψηφιακό περιεχόμενο. Παράλληλα, η θεωρία περί διαχείρισης εντυπώσεων (impression management) επιτρέπει να ερμηνεύσουμε τη στάση ως συνειδητή επιλογή «σκηνικής» παρουσίας. Ο πολιτικός επιλέγει τον ρόλο του «σιωπηλού μάρτυρα-καταγραφέα», αποφεύγοντας οποιαδήποτε αλληλεπίδραση που θα μπορούσε να τον εντάξει στο ίδιο θεσμικό πλαίσιο με τη δημοτική αρχή και τους εργαζόμενους. Η σιωπή και η απόσταση καθίστανται οι ίδιες επικοινωνιακό μήνυμα.
Το επεισόδιο στο Νιοχώρι δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Αποτελεί ένδειξη ενός επαναλαμβανόμενου μοτίβου, όπου πολιτικοί δρώντες αντιμετωπίζουν τις δημόσιες κρίσεις πρωτίστως ως ευκαιρίες παραγωγής περιεχομένου και όχι ως δοκιμασίες θεσμικού χαρακτήρα. Η ακαδημαϊκή ανάλυση της πολιτικής επικοινωνίας δείχνει σταθερά ότι οι ηγέτες που αδυνατούν να επιδείξουν στοιχειώδη σεβασμό προς τους εργαζόμενους της πρώτης γραμμής διαβρώνουν την εμπιστοσύνη των πολιτών αποτελεσματικότερα από οποιαδήποτε πολιτική διαφωνία.
Η συμπεριφορά που καταγράφηκε δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως απλή προσωπική αστοχία. Αποτελεί συνεκτική εκδήλωση ενός συγκεκριμένου μοντέλου πολιτικής επικοινωνίας που προτάσσει την οπτική αναπαράσταση έναντι της θεσμικής αλληλεπίδρασης, την εργαλειοποίηση της κρίσης έναντι της κοινής ευθύνης και την αρνητική προβολή έναντι της κατασκευαστικής αντιπολίτευσης. Η περίπτωση προσφέρει διδακτικό υλικό για τη μελέτη του πώς η απουσία στοιχειώδους θεσμικής ενσυναίσθησης μπορεί να μετατραπεί σε επικοινωνιακή στρατηγική - και, ταυτόχρονα, σε παράγοντα διάβρωσης της δημόσιας εμπιστοσύνης.
Σε ένα πολιτικό σύστημα που αξιώνει δημοκρατική αντιπολίτευση και θεσμική ωριμότητα, η ικανότητα να ασκεί κανείς κριτική χωρίς να αρνείται τις κοινές θεσμικές υποχρεώσεις παραμένει βασικός δείκτης πολιτικής σοβαρότητας. Όταν αιρετοί - πρώην ή εν ενεργεία - περιορίζονται σε σιωπηλούς παρατηρητές που κινηματογραφούν τον κόπο των άλλων, δεν ανυψώνουν τον δημόσιο διάλογο. Μειώνουν το ίδιο το αξίωμα που κάποτε κατείχαν και αυτό στο οποίο εξακολουθούν να διεκδικούν επιρροή.
Η επισκευή ενός καταθλιπτικού αγωγού είναι τεχνικό έργο. Η αποκατάσταση των θεσμικών κανόνων είναι πολιτικό. Εκείνη τη νύχτα στο Νιοχώρι, μόνο το πρώτο ήταν εμφανώς σε εξέλιξη.
Το Πολιτικό συμπέρασμα από το Νιοχώρι
Η παρουσία του τέως Δημάρχου Κωνσταντίνου Κουκά στο Νιοχώρι δεν μπορεί πλέον να ερμηνευθεί ως στιγμιαία πολιτική αδεξιότητα ή ως απλή επικοινωνιακή αστοχία. Αποτελεί ξεκάθαρη εκδήλωση θεσμικής αποξένωσης.
Όταν ένας πρώην θεσμικός παράγοντας και νυν επικεφαλής της μείζονος αντιπολίτευσης επιλέγει τη σιωπή, την απόσταση και την αποκλειστική καταγραφή εικόνας, αρνείται ουσιαστικά τρία θεμελιώδη στοιχεία της δημοκρατικής πολιτικής λειτουργίας: την ενσυναίσθηση προς τους εργαζόμενους της πρώτης γραμμής, την αναγνώριση της κοινής θεσμικής ιδιότητας και, κυρίως, τον ρόλο της υπεύθυνης αντιπολίτευσης ως θεσμικού εταίρου στην επίλυση.
Σε στιγμές κρίσης υποδομών, η αντιπολίτευση δεν νομιμοποιείται να λειτουργεί ως εξωτερικός παρατηρητής και παραγωγός περιεχομένου. Οφείλει να στέκεται εντός του θεσμικού πλαισίου, ακόμη και όταν ασκεί αυστηρό έλεγχο. Η άρνηση αυτής της θέσης δεν πλήττει μόνο την αξιοπιστία του συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου. Υπονομεύει την ίδια την αντίληψη περί υπεύθυνης αντιπολίτευσης και διαβρώνει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Η περίπτωση του Νιοχωρίου καθιστά πλέον σαφές ότι η θεσμική αποξένωση δεν είναι θεωρητική έννοια. Είναι πολιτική επιλογή - και ως τέτοια οφείλει να κριθεί.